Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2020

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΠΟΤΣΑΡΗ

 


 

Τμήμα 2/ 37

Ακριβώς πίσω από την εκκλησία του Αγίου Λαζάρου στο Πρώτο Νεκροταφείο βρίσκεται ένας επιβλητικός οβελίσκος, το οποίο διακηρύσσει με μεγάλα γράμματα ότι αυτός είναι ο τάφος του Δημητρίου Μπότσαρη, γιος του Μάρκου Μπότσαρη⸱ του ηρωικού αγωνιστή της Ελληνικής επανάστασης και Σουλιώτη.



Δημήτριος, γιος του ήρωα του 1821, Μάρκος Μπότσαρης

Για γενεές  μετά από την Ελληνική επανάσταση, η συγγένεια με κάποιον ήρωα δεν ήταν μόνο τιμή ήταν διαβατήριο στη δημόσια ζωή, ειδικότερα για τα ορφανά των ηρώων.

Δημήτριος και Κατερίνα Μπότσαρη

Ο Δημήτριος Μπότσαρης του Μάρκου, γεννήθηκε στην Κέρκυρα περίπου το 1814 και ήταν ακόμα παιδί όταν ο πατέρας του έπεσε στη μάχη στο Καρπενήσι το 1823. Ενώ δεν υπάρχει αντιστάθμισμα για την ορφάνια του απέκτησε προνόμια και άλλαξε το ρου της ζωής του.

Προσωπογραφία του Δημητρίου Μπότσαρη, σε παιδική ηλικία του Albert Riegel


Σπούδασε με τη φροντίδα του Όθωνα στη Στρατιωτική Aκαδημία της Βαυαρίας, που θεωρείτο τότε πρότυπο στρατιωτικής σχολής της Ευρώπης. Η σχολή αυτή  ιδρύθηκε από τον Φιλέλληνα Βασιλιά Λουδοβίκο Ι, (1) πατέρας του μεταγενέστερου βασιλιά της Ελλάδας. Όταν επανήλθε στην Ελλάδα κατατάχθηκε στον στρατό και προάχθηκε μέχρι το βαθμό του συνταγματάρχη. Διετέλεσε Υπουργός των Στρατιωτικών Υποθέσεων το 1856  και  1859 και πέθανε το 1871.  

Ο Δημήτριος, γιος του Μάρκου, στρατιωτικός και πολιτικός

Η Κατερίνα Ρόζα Μπότσαρη  γεννήθηκε στα Ιωάννινα και γεννήθηκε περίπου το 1818  σε μια περίοδο που ο πατέρας της είχε συμμαχήσει με τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Όταν ξέσπασε η επανάσταση  οι Τούρκοι την απήγαγαν μαζί με άλλα γυναικόπαιδα από την Ήπειρο, και βρέθηκε στα τουρκικά χαρέμια, κάνοντάς την έρμαιο του Μαχμούτ Δράμαλη Πασά. Απελευθερώθηκε μόνο μετά από ανταλλαγή ή εξαγορά των ομήρων από την οικογένεια Μπότσαρη, και ξαναβρήκε τους συγγενείς της. Η βασίλισσα Αμαλία την πήρε υπό την προστασία της και της έδωσε τον τίτλο της πρώτης «κυρίας επί των τιμών» της βασιλικής αυλής.  Η Κατερίνα συμμετείχε ως ακόλουθος στις επίσημες επισκέψεις της Αμαλίας στις βασιλικές αυλές των διαφόρων κρατών της Ευρώπης. Το 1844, ο βασιλιάς Λουδοβίκος Α΄ την τίμησε με χρυσό σταυρό.

Η προσωπογραφία της

Ο βασιλιάς Λουδοβίκος Α' είχε εντυπωσιαστεί τόσο από την ομορφιά της, ώστε ανέθεσε στο ζωγράφο Joseph Stieler να φτιάξει το πορτραίτο της φορώντας την ενδυμασία ''Αμαλία'' που η πρώτη βασίλισσα του νεοσύστατου και ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους καθιέρωσε ως Αυλικό ένδυμα και εθνική γυναικεία φορεσιά, επηρεασμένη από την αστική ενδυμασία της Πελοποννήσου που συνηθιζόταν τότε και στην Αθηνά, για να το βάλει στην Πινακοθήκη των Καλλονών της Ευρώπης στο ανάκτορο του στο Μόναχο.....

Το εξοχικό Παλάτι του βασιλιά Ludwig. Σήμερα είναι Μουσείο.




Το 1845 νυμφεύτηκε τον ταξίαρχο πρίγκηπα Γεώργιο Καρατζά, τον εγγονό του  Πρίγκιπα της Βλαχίας. Πέθανε το 1872 και το όνομά της υπάρχει πάνω στον επιβλητικό οικογενειακό τάφο του Καρατζά.

Τμήμα 2/ 100


Το όνομα της Αικατερίνης Μπότσαρη  


Στο Πρώτο Νεκροταφείο υπάρχει και έτερος Μπότσαρης ο οποίος πολέμησε στην Ελληνική επανάσταση:

Ο Δημήτριος Μπότσαρης του Νικολάου. Εκείνος ήταν ο γιος του Νότη Μπότσαρη και ήταν πρώτος ξάδελφος του Δημητρίου Μπότσαρη του Μάρκου και της Κατερίνας. Ο Δημήτριος γεννήθηκε το 1808 στο Σούλι Θεσπρωτίας και πολέμησε στις μάχες της επανάστασης στο πλευρό του πατέρα του. Όπως ο ξάδελφός του έτσι και εκείνος πολέμησε στην Ελληνική Επανάσταση. Το 1854 πολέμησε μαζί με τον Κίτσο Τζαβέλα και τον Θεόδωρο Γρίβα. Ήταν  επικεφαλής της επανάστασης στην Ήπειρο που είχε  σκοπό την ένωση της περιοχής με το ελληνικό κράτος και έδρασε μεταξύ Μακρυνόρους και Τζουμέρκων. Προσελήφθη από τον βασιλιά Γεώργιο Α΄ και έγινε υπασπιστής του καθώς και Υπουργός Στρατιωτικών. Πέθανε το 1892.  

Ο τάφος του Δημητρίου Μπότσαρη   


Καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου και 20ου αιώνα πολλά μέλη της οικογένειας συνεχίζουν να είναι ενεργοί στο στρατό καθώς και στην πολιτική. Το όνομα Μπότσαρης  χαίρει ιδιαίτερη εκτίμηση και είναι αμέσως αναγνωρίσιμο.   

Δεν ήταν πάντα έτσι. Το 18ο και αρχές του 19ου αιώνα δεν ήταν μόνο οι Οθωμανοί που θεωρούσαν τους οπλισμένους βουνίσιους, τις φατρίες αυτές, αναξιόπιστοι εγκληματίες οι οποίοι πρόβαιναν σε επιδρομές στις πεδινές περιοχές και λήστευαν και να λαφυραγωγούσαν υποχρεώνοντας τους κατοίκους των περιοχών που υπέτασσαν να τους πληρώνουν φόρους σε χρήμα αλλά και σε είδος.

Με την Επανάσταση του 1821 άλλαξαν γνώμη.

Το πως οι φατρίες αναπτύχθηκαν έχει ενδιαφέρον παρότι είναι σύνθετο. Από βουνίσιοι εγκληματίες σε εθνικοί ήρωες.

Οι Σουλιώτες ήταν μια κοινότητα Αρβανιτών Ορθοδόξων Χριστιανών οι οποίοι τέλος του 1600 ή αρχές 1700 μετοίκησαν στην απρόσιτη περιοχή της Θεσπρωτίας και θεωρούσαν την ελευθερία πολυτιμότερη της ζωής τους.

Υπήρχε το Αλβανικό στοιχείο σε όλες τις φατρίες λόγω της γεωγραφικής τους θέσης. Όμως, τέτοιες διαφοροποιήσεις δεν ενδιέφερε τους Τούρκους. Αυτό που είχε σημασία για τους Τούρκους ήταν ότι ήταν Ορθόδοξοι Χριστιανοί.  

Εκτός από τις σύγχρονες μαρτυρίες, οι Σουλιώτες ήταν γνωστοί ως Έλληνες ακόμη και από τους εχθρούς τους. Ο Βελή Πασάς, γιος του Αλή Πασά, τους αποκαλεί τους Σουλιώτες Ρωμαίους, ή Ρωμιούς αλλά και Ρωμέγους. Ο μελετητής και περιηγητής της Ηπείρου, Ε.Γ. Πρωτοψάλτης πιστεύει ότι οι Σουλιώτες ανήκαν στην «ελληνικήν φυλήν» επικαλούμενος την ελληνικότητα της συνείδησής τους και τις συνεχείς συγκρούσεις τους με Τούρκους και Τουρκαλβανούς. Ο Lord Byron περιγράφει τους Σουλιώτες ως "κακότροπους Ρωμιούς που μιλούν λίγα Ιλλυρικά" ενώ ο Γουίλιαμ Μάρτιν Ληκ, (αρχαιόφιλος, διπλωμάτης, περιηγητής)  έγραψε ότι «οι Σουλιώτες δεν ήταν Έλληνες αλλά 'Αλβανοί Χριστιανοί. Χρησιμοποιούσαν πάντοτε την Αλβανική γλώσσα ιδιωτικά, αλλά, κατοικώντας στα όρια, όλοι οι άνδρες και πολλές από τις γυναίκες μπορούσαν να μιλήσουν ελληνικά. Τα περισσότερα μέρη στο Σούλι και στον περίγυρό του είχαν δυο ονομασίες, μία ελληνική και μία αλβανική».  (1)

Στην ακμή τους η συνομοσπονδία των Σουλιωτών είχε 12.000 ψυχές και πάνω από 60 χωριά. Οι Οθωμανοί προσπάθησαν επί πολλά χρόνια να κατακτήσουν τα εδάφη της συνομοσπονδίας των Σουλιωτών, όχι τόσο για να επιβάλλουν φόρους σε μια τελείως άγονη περιοχή, όσο για να εξουδετερώσουν τους ανυπότακτους Σουλιώτες. (Οι Σουλιώτες πλήρωναν στον Σουλτάνο τον ετήσιο φόρο, τον λεγόμενο κεφαλικό και τον λεγόμενο προβατικόν).

Το Σούλι νότια της Παραμυθιάς 

Τα Σουλιωτοχώρια συντηρούσαν περίπου 2.500 λιτοδίαιτους, σκληραγωγημένους ένοπλους οι οποίοι και αποτελούσαν εγγύηση της ασφάλειας της περιοχής, έναντι των Τούρκων. Ο Χρ. Περραιβός έγραψε: «Κανένας από τους Σουλιώτες καμμίαν τέχνην ή πραγματείαν δεν μεταχειρίζεται, παρά όλη τους η γύμνασις από παιδιόθεν είναι εις τα άρματα. Με αυτά τρώγουν, με αυτά κοιμούνται, με αυτά ξυπνούν».

 Ενίοτε οι Τούρκοι εκμίσθωναν κάποιο Σουλιώτη για να κρατήσει τάξη στην περιοχή ή να επεκτείνει την επιρροή του.

Ποιον μπορούσε να εμπιστευτεί μια φατρία Σουλιωτών;  Σίγουρα όχι τους Οθωμανούς. Αναξιόπιστοι λοιπόν σε ποιόν ή σε τι; Χαρακτηριστικό τους ήταν η τυφλή υπακοή και πειθαρχία στους αρχηγούς τους στην περίοδο των πολέμων τους.

Ο Αλή Πασά και οι Σουλιώτες

Ο Αλή Πασά των Ιωαννίνων


Το 1789 ο Αλή Ζοτ −και μετέπειτα Αλή Πασά− εκμεταλλευόμενος την κενή θέση των Ιωαννίνων άρπαξε το πασαλίκη. Η Υψηλή Πύλη ενέκρινε ετεροχρονισμένα δίνοντάς του και τη Στερεά Ελλάδα. Σχέδιο του Αλή Πασά ήταν η δημιουργία ενός σχεδόν αυτόνομου από την Πύλη κράτους, το οποίο περιλαμβάνει μεγάλο μέρος της Ελλάδας και της Αλβανίας. (2) Οι Σουλιώτες όμως ήταν μια ανοικτή πληγή για τον Αλή.

Όταν η Πάργα έπεσε στα χέρια των Γάλλων το 1797 ο Αλή φοβήθηκε ότι θα οπλίσει τους Σουλιώτες και έτσι έχτισε φρούριο στην Κιάφα και περίμενε. Μ΄ αυτόν τον τρόπο έκοψε κάθε επικοινωνία για προμήθειες και έτσι υποχρεώθηκαν  να συνθηκολόγησαν το 1803.  Οι Σουλιώτες δέχτηκαν να εξοριστούν στα Ιόνια νησιά με αντάλλαγμα να κρατήσουν τα όπλα τους και την ελεύθερη προσπέλαση.  (3)

Έτσι οι 3,000 σκληραγωγημένοι πολεμιστές, μαζί με τον Μάρκο Μπότσαρη και τον πατέρα του Κίτσου βρέθηκαν στην Κέρκυρα το 1803. (Από το 1800  ήταν  επί Ρωσικής και Οθωμανικής κυριαρχίας (Septinsular Republic))

Το μεσοδιάστημα στην Κέρκυρα

Κατά τη διάρκεια της εξορίας τους στην Κέρκυρα οι Σουλιώτες έζησαν την Ρώσο-οθωμανική κυριαρχία, τη Γαλλική και μετά την Αγγλική. Κάθε νέος κυρίαρχος είχε διαφορετική πολιτική για την περιοχή.

Σημαία της Κέρκυρας επί Ρώσο -Οθωμανικής Κυριαρχίας


Σημαία της Κέρκυρας επί Αγγλικής Κυριαρχίας 



Σημαία της Κέρκυρας επί Γαλλικής Κυριαρχίας 


Το 1803 είχαν καταγραφεί ως Αλβανοί ή Σουλιώτες  και οι ρωσικές αρχές δεν ήταν βέβαιοι τί να τους κάνουν. Η λύση ήταν η δημιουργία της λεγεώνας των ελαφρών τυφεκιοφόρων. Μαζί με τους Σουλιώτες υπηρέτησαν οι Χειμαριώτες, Μανιάτες, κλέφτες και αμαρτωλοί.

Όταν ανέλαβαν την κυριαρχία οι Γάλλοι το 1807 (Συνθήκη του Τιλσιτ) μετονόμασαν την λεγεώνα σε Αλβανικό Σύνταγμα.  

Μέχρι το 1809 ο Φώτος Τζαβέλλας, πατέρας του Κίτσου και ο Κίτσος Μπότσαρης, πατέρας του Μάρκου, ήταν αρχηγοί τάγματος. Πρόσφερε μια σταθερότητα στη ζωή τους και παρέμειναν ετοιμοπόλεμοι εάν ποτέ επέστρεφαν στη μητέρα γη.  Εντούτοις, το ελεύθερο πνεύμα τους και η ριζωμένη αγάπη στη φυλή τους δημιουργούσε συχνά πυκνά θέματα υποταγής με τους ανώτερους τους. Έτσι κι αλλιώς, η αρχηγοί των φατριών ήταν γεννημένοι αρχηγοί και όχι ακόλουθοι.

Το 1814 οι Άγγλοι αποκαταστήσανε τις σχέσεις τους με τους Οθωμανούς και διέλυσαν το τάγμα. Με αποτέλεσμα οι Σουλιώτες να βρεθούν σε άσχημη κατάσταση. Κάποιοι Σουλιώτες ασχολήθηκαν με τη γεωργία άλλοι έγιναν κτηνοτρόφοι.  Μια ομάδα των Σουλιωτών προσπάθησε να προσεγγίσει τη Ρωσία και ενώ δεν καρποφόρησε η προσπάθεια αυτή, δόθηκε η αφορμή και ήρθαν σε επαφή με τη Φιλική Εταιρεία της Οδησσού.  Σύμφωνα με κάποιες αναφορές ο Μάρκος Μπότσαρης έγινε μέλος της αλλά παράλληλα ένωσε τις δυνάμεις του με τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων με την προσδοκία της ανταλλαγής των χαμένων χωριών του Σουλίου. Κανένας ποτέ δεν αμφισβήτησε την πολεμική  ικανότητα τους αλλά πολλοί τους έβλεπαν τους Σουλιώτες με μεγάλη δυσπιστία. (4)

Αυτό ήταν το πλαίσιο, όταν ξέσπασε η Ελληνική επανάσταση. Οι Σουλιώτες επιτέλους αισθάνθηκαν ότι αυτός ο αγώνας άξιζε!

Ο Lord Byron  και οι φιλέλληνες που ήρθαν στην Ελλάδα ενθουσιάστηκαν με το πνεύμα τους, τις φορεσιές τους και την πολεμική ικανότητα τους.

Οι Σουλιώτες από το βιβλίο: “Travels in Sicily Greece and Albania” by Thomas Smart Hughes. Εκδόθηκε στο Λονδίνο  το  1820.


Στις τρεις κινήσεις που έκανε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος προκειμένου να ελέγξει το παιχνίδι προσέγγισε τον Μάρκο Μπότσαρη. Ο Αριστείδης Ν. Χατζής γράφει στο βιβλίο του "Ο ενδοξότερος Αγώνας", "Ο Μπότσαρης πίστεψε στο σχέδιο του Μαυροκορδάτου κατανοώντας ότι ήταν απαραίτητο να συγκεντρωθεί η εξουσία και να  οργανωθεί στρατιωτικά η περιοχή. Ο Μπότσαρης εμπιστευόταν ολόψυχα τον Μαυροκορδάτο. Έγιναν συνεργάτες και φίλοι."
H Αποθέωση

Ο θάνατος του Μπότσαρη αλλά και του Lord Byron  (οκτώ μήνες αργότερα) ήταν αιτία να εκτοξευτεί  ο μύθος τους. Σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα διηγήθηκαν τη ζωή τους οι οποίες περιέκλειαν τις φιλοδοξίες του έθνους μας.  (5)


Ο όρκος του λόρδου Βύρωνα στον τάφο του Μάρκου Μπότσαρη στο Μεσολόγγι. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, σχεδ. Ant. Dadola, λιθ. Buzeghel. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα

Η ιστορία του Μπότσαρη έγινε γνωστή σιγά σιγά σε όλη την Ευρώπη. Ακόμα ένας σταθμός του μετρό στο Παρίσι είχε το όνομά του (το 1913). Παρατηρήσετε το πορτραίτο του Δημητρίου Μπότσαρη του Μάρκου που είχε φιλοτεχνηθεί το 1929: τα μεγάλα μάτια, τη μακριά μύτη, το μικρό στόμα, η ματιά του - ακόμα και η κορδέλα στα μαλλιά του. Μέχρι το 1829 το παιδί ήταν εθνική εικόνα! 

Στο Πεδίο του Άρεως
Γλύπτης: Μάριος Λοβέρδος


     



Ο Χάρτης


Υποσημειώσεις:

1.«Η βασιλεία του Λουδοβίκου σημαδεύθηκε από τον έντονο Φιλελληνισμό του και από το γεγονός ότι ήταν μαικήνας των τεχνών. Χαρακτηριστικά, από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, ο Λουδοβίκος, ως διάδοχος του Βαυαρικού θρόνου αρχικά και ύστερα ως βασιλέας της Βαυαρίας, ήταν ένα από τα ίσως λίγα μέλη ηγεμονικού οίκου της Ευρώπης, το οποίο τάχθηκε ανοικτά και ενεργά υπέρ της Ελληνικής υπόθεσης. Σύμφωνα με το υφιστάμενο status quo της εποχής, τα υπόλοιπα Ευρωπαϊκά ανακτοβούλια και οι κυβερνήσεις τους ήταν, είτε εχθρικές (εξαιτίας της Ιεράς Συμμαχίας), είτε ουδέτερες / αδιάφορες. Μολαταύτα, ο Λουδοβίκος διευκόλυνε την δημιουργία του φιλελληνικού Συλλόγου του Μονάχου υπό τους Θείρσιο και Σένκ. Παράλληλα, ως προστάτης του πολιτισμού, δημοσίευσε ποιητικές συλλογές, τα έσοδα των οποίων ετίθεντο στη διάθεση της επαναστατημένης Ελλάδας. Η δράση του ήταν πολυεπίπεδη, και ο Λουδοβίκος είχε φθάσει να συγγράφει ο ίδιος άρθρα και προκηρύξεις και να τα δημοσιεύει άλλοτε επώνυμα και άλλοτε ανώνυμα. Ακόμη, ο Λουδοβίκος δαπάνησε από την προσωπική του περιουσία, 1.500.000 φιορίνια για τους αγωνιζομένους Έλληνες.»

https://www.eefshp.org/ludwig-i-vasileas-tis-vayarias-enas-apo-toys-megalyteroys-filellines-kai-eyergetes-tis-ellados/ Εταιρεία για τον Ελληνισμό και τον Φιλελληνισμό.

(2) Μαρία Ευθυμίου, «Μόνο λίγα χιλιόμετρα, Ιστορίες για την Ιστορία», σελ. 204, «Η ώρα της επανάστασης, στην ουσία, επιλέχτηκε ακριβώς επειδή ο Αλή Πασάς ήταν σε πόλεμο με τους Οθωμανούς. Και τούτο γιατί στην Ήπειρο είχαν συρρεύσει οθωμανικά στρατεύματα απ΄ όλη τη Βαλκανική, για να αντιμετωπίσουν αυτόν τον δύσκολο, αλβανικής καταγωγής, πασά με τα αξιόμαχα στρατεύματά του. Εξ αυτού, ήταν μειωμένη η παρουσία οθωμανικών στρατευμάτων στην υπόλοιπή, πλην της Ηπείρου Βαλκανική. Τούτο θεωρήθηκε η κατάλληλη συγκυρία από τη Φιλική Εταιρεία για να ξεκινήσει την επανάσταση στη Μολδοβλαχία και στη συνέχεια στον νότο της Βαλκανικής, στην Πελοπόννησο».

(3) Το φαινόμενο των παρανόμων φατριών δεν περιορίστηκε στη Δυτική Ελλάδα. Να θυμηθούμε τους κλέφτες του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και αρχηγούς όπως ο Πετρομπέη Μαυρομιχάλης.  

(4) Δεν κράτησαν το λόγο τους οι Οθωμανοί. Δέχτηκε επίθεση μια ομάδα γυναικών στο Ζάλογγο αλλά προτίμησαν να πηδήξουν στο κενό παρά να σκλαβωθούν. Ο Χορός του Ζαλόγγου.

(5) Ο Alphonse de Beachamp έγραψε ότι οι Αλβανοί δεν είναι ικανοί, όπως εξάλλου και οι Έλληνες, να αντισταθούν στον πειρασμό του χρυσού. Και όταν γράφει για τους Έλληνες εννοεί  τους Πελοποννήσιους.  Ο ρατσισμός των Φιλελλήνων έγκειται στο ότι περίμεναν να αντικρίσουν ευγενείς αρχαίους Έλληνες κατά την άφιξη τους στην Ελλάδα και η πραγματικότητα τους σόκαρε.    

Πηγές:

Ψηφιακό Βιβλίο: The Ionian Islands: Aspects of their History and Culture by Patrick Sammon.

Βιβλίο: Greece the Modern Sequel by J. Koliopoulos and Thanos Veremis

Βιβλίο: Brigands with a Cause: brigandage and irredentism in modern Greece, 1821-1912 by J Koliopoulos

Μαρία Ευθυμίου, «Μόνο λίγα χιλιόμετρα, Ιστορίες για την Ιστορία





Παρασκευή 15 Μαΐου 2020

ΚΙΤΣΟΣ ΤΖΑΒΕΛΑΣ


Σούλι, 1801 — Αθήνα, 1855
Τμήμα 2/ 30

Ο Κίτσος (Κυριάκου) Τζαβέλας (1) υπήρξε αγωνιστής, σύμβουλος του Βασιλιά Όθωνα, Αντιστράτηγος στον Ελληνικό στρατό και μετέπειτα υπουργός και Πρωθυπουργός. Η ζωή του έχει πολλές ομοιότητες με τους άλλους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης.

Ο Κίτσος με τη στολή του
Ένα από τα αξιοσημείωτα της ζωής του Κίτσου Τζαβέλα βρίσκεται στο ρόλο που είχε ως αρχηγός των Σουλιωτών. Δεν υπάρχει παιδί σε Ελληνικό σχολείο που να μη γνωρίζει την επική ιστορία—κι ας πήρε μυθικές διαστάσεις: Η ανατίναξη στο Κούγκι και η αυτοθυσία των Σουλιωτών με τα μωρά στην αγκαλιά τους που έπεσαν από την άκρη του γκρεμού προκειμένου να μην πέσουν στα χέρια των Τουρκοαλβανών. Η περιφρόνηση τους μα και το θάρρος τους είναι μια από τις συγκλονιστικές ιστορίες του αγώνα για την ελευθερία.
Οι ιστορικοί, οι ποιητές και οι ζωγράφοι χρησιμοποίησαν την ιστορία ξανά και ξανά λόγω του Ρομαντισμού που επικρατούσε τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη. Οπωσδήποτε βοήθησε ότι εκπροσωπούσε το κίνημα ο ίδιος ο Λόρδος Βύρων, μία από της σημαντικότερες μορφές του Ρομαντισμού. Μέσα από αυτό το πρίσμα η ζωή των Σουλιωτών και ο αγώνας τους πήρε θρυλικές διαστάσεις και έγινε μέρος της εθνικής συνείδησης.
Το μνημείο του Κ. Τζαβέλα στο Α΄ Νεκροταφείο είναι μια ευκαιρία να δούμε από κοντά τους Σουλιώτες και την επιρροή τους στην σύγχρονη Ελλάδα.
Ποιοι ήταν οι Σουλιώτες;
Οι Σουλιώτες ήταν μια κοινότητα Αρβανιτών Ορθοδόξων Χριστιανών οι οποίοι τέλος του 1600 ή αρχές 1700 μετοίκησαν στην απρόσιτη περιοχή της Θεσπρωτίας. Σιγά-σιγά καθιέρωσαν μια αυτόνομη συνομοσπονδία με μεγάλο αριθμό γειτονικών χωριών σε ένα ενιαίο σύνολο απομακρυσμένων και δύσβατων περιοχών της Ηπείρου. (Το Σούλι, τη Σαμονίβα, την Κιάφα και το Αβαρίκο). Στην ακμή της ισχύος τους, υπολογίζεται ότι η συνομοσπονδία των Σουλιωτών είχε 12.000 πληθυσμό και πάνω από 60 χωριά.(2)


Περιοχή των Σουλιωτών
Ζούσαν με πολύ περιορισμένα προϊόντα λόγω του άγονου του ορεινού εδάφους με συνέπεια αυτή η ίδια η φύση να τους εξαναγκάζει πολλές φορές να προβαίνουν σε επιδρομές στις πεδινές περιοχές να ληστεύουν και να λαφυραγωγούν υποχρεώνοντας τους κατοίκους των περιοχών που υπέτασσαν να τους πληρώνουν φόρους σε χρήμα αλλά και σε είδος.
Ο Αλή Πασά
Οι Σουλιώτες είχαν δική τους μορφή κοινωνικής οργάνωσης που βασιζόταν στην οικογενειοκρατία, τις λεγόμενες φάρες, οι οποίες έφθαναν σε αριθμό περίπου τις 47, αντιπροσωπεύοντας 150 οικογένειες. Κάθε φάρα είχε τον δικό της αρχηγό του οποίου το αξίωμα ήταν κληρονομικό κατ΄ αρρενογονία. Οι αρχηγοί των φάρων συγκροτούσαν μια μορφή κυβέρνησης που λεγόταν «Κριτήριο της Πατρίδας» με κύριο καθήκον να κρίνει επί παντός και να αποφασίζει. Ανώτατη εξουσία ασκούσε το «Γενικό Συνέδριο» στο οποίο λάμβαναν μέρος εκτός από τους αρχηγούς των οικογενειών και κάθε Σουλιώτης που είχε διακριθεί σε ανδραγαθία. Το Γενικό Συνέδριο αποφάσιζε για θέματα πολέμου, ειρήνης, συμμαχίας και οτιδήποτε αφορούσε τις εξωτερικές σχέσεις της «συμπολιτείας», της οποίας πρωτεύουσα ήταν το Σούλι όπου και γίνονταν οι συνελεύσεις των δύο παραπάνω οργάνων.
Τα Σουλιωτοχώρια συντηρούσαν περίπου 2.500 ένοπλους λιτοδίαιτους, σκληραγωγημένους και ολιγαρκείς, οι οποίοι και αποτελούσαν εγγύηση της ασφάλειας της περιοχής, έναντι των Τούρκων.


 Δύσβατη περιοχή

Ο Αλή Πασά και η υποστήριξη των Σουλιωτών
από δυνάμεις εξωτερικού
Οι Οθωμανοί προσπάθησαν επί πολλά χρόνια να κατακτήσουν τα εδάφη της συνομοσπονδίας των Σουλιωτών, όχι βέβαια για να επιβάλλουν φόρους σε μια τελείως άγονη περιοχή, όσο για να εξουδετερώσουν τους ανυπότακτους Σουλιώτες. Συγκεκριμένα το 1789, το 1792 και το 1803. Την πρώτη φορά οι Σουλιώτες έδειξαν μοναδική δύναμη αντίστασης. Τη δεύτερη φορά οι Σουλιώτες πάλι βγήκαν νικητές! Να σημειώσουμε ότι οι Σουλιώτες έπαιρναν όλες τις προμήθειες τους από την Πάργα. Επίσης έλαβαν υποστήριξη από την Αγγλία, τη Ρωσία και τη Γαλλία και τους παρείχαν τα απαραίτητα όπλα και πυρομαχικά. Για τη Γαλλία και τη Ρωσία οι Σουλιώτες ήταν όργανο για να αποδυναμώσουν την οθωμανική αυτοκρατορία. (Όταν οι Βρετανοί πολιτικοί άλλαξαν διαθέσεις απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, προκειμένου να ενισχύσουν τις δυνάμεις εναντίον του Ναπολέοντα, οι προμήθειες όπλων και πυρομαχικών διακόπηκαν.)
Το 1803 ο Αλή Πασά πλέον έλεγχε τα Ιόνια Νησιά, το Βουθρωτό, την Ηγουμενίτσα, τη Βόνιτσα και την Πρέβεζα. Έκοψε την διέλευση από Πάργα και περικύκλωσε την περιοχή του Σουλίου. Εκεί ο Αλή έκτισε φρούριο και κάθισε και περίμενε... Οι Σουλιώτες συγκεντρώθηκαν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και αποφάσισαν ή θα τους νικήσουν ή να πεθάνουν. Ήταν λιγότεροι από 2.000 οπλισμένοι.
Οι Σουλιώτες έκαναν τότε εκκλήσεις για βοήθεια στη Γαλλία και τη Ρωσία, που όμως δεν τελεσφόρησαν. Επακολούθησαν και νέες μάχες πολύ πιο σκληρές, με τελευταία στις 7 Δεκεμβρίου γύρω από το Κούγκι και την Κιάφα που είχαν αποσυρθεί. Μένοντας όμως χωρίς τρόφιμα και πυρομαχικά αναγκάστηκαν τελικά να συνθηκολογήσουν ζητώντας εγγυήσεις για ασφαλές πέρασμα.
Ο Αλή Πασάς υποσχέθηκε να τους αφήσει ελεύθερους με όλη την κινητή ιδιοκτησία τους, ακόμη και τα όπλα τους, φτάνει να εγκατέλειπαν μαζί με τις οικογένειές τους, το ταχύτερο, τα πάτρια εδάφη τους. Τέσσερις μέρες μετά, στις 16 Δεκεμβρίου οι Σουλιώτες χωρίστηκαν σε τρεις φάλαγγες οι οποίες αναχώρησαν για τις ακτές της Ηπείρου. Έτσι έληξε η 3η εκστρατεία η οποία και κατέστη τελικά νικηφόρα για τον Αλή Πασά μετά από τόσους αγώνες.
Όταν οι Σουλιώτες έφυγαν, ο κοσμοκαλόγερος Σαμουήλ έμεινε τελευταίος, μαζί με λίγους ηλικιωμένους και βαριά τραυματίες, για να παραδώσουν την μπαρουταποθήκη, που ήταν μέσα στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, σε έναν βραχότοπο. Όμως, όταν οι άντρες του Αλή πασά έφτασαν στην αποθήκη, ο Σαμουήλ έβαλε φωτιά και μαζί με τους συντρόφους του ανατινάχτηκαν.


Η Εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στο Κούγκι


Η δεύτερη φάλαγγα χτυπήθηκε στο Ζάλογγο 16 Δεκεμβρίου 1803. Εκεί ακολούθησε απέλπιδα μάχη. Σκοτώθηκαν πολλοί Σουλιώτες ενώ περίπου 60 Σουλιώτισσες προτίμησαν, αντί την αιχμαλωσία, να γκρεμιστούν με τα παιδιά τους στο Ζάλογγο.
Σήμερα έχει στηθεί στους βράχους του Zαλόγγου μνημείο, ως φόρος τιμής στο ακαταδάμαστο πνεύμα των γυναικών αυτών. Έργο του γλύπτη Γεωργίου Ζογγολόπουλου, 1961

Η τρίτη φάλαγγα υπό τους Μποτσαραίους έφθασε στο Βουργαρέλι που ήταν το άντρο των Μποτσαραίων. Από εκεί αναχώρησαν τον Ιανουάριο, προς τα Άγραφα φοβούμενοι παρασπονδία του Αλή Πασά, όπου και εγκαταστάθηκαν γύρω από τη Μονή Σέλτσου. Τελικά στις 4 Απριλίου 1804 οι Τούρκοι περικυκλώνουν την περιοχή και ακολούθησε η περίφημη Μάχη του Σέλτσου κατά την οποία πολλοί Σουλιώτες σφαγιάστηκαν και περισσότερες από 200 Σουλιώτισσες ακολούθησαν το παράδειγμα εκείνων του Ζαλόγγου.
Χαλάσματα του φρουρίου του Αλή Πασά

Ο Λόρδος Βύρων και ο θρύλος των Σουλιωτών
Εντούτοις, χάρη στον Lord Byron ο θρύλος των Σουλιωτών εξαπλώθηκε. Εξάλλου, κι ο ίδιος ο Βύρων, σαν επαναστάτης αισθάνθηκε μια φυσική συμπάθεια στους αχαλίνωτους, ανεξάρτητους Σουλιώτες — τόσο που προσέλαβε μερικούς για την προσωπική ασφάλεια του.
Ο Λόρδος Βύρων είχε πέντε στολές.
Όταν έφτασε ο Βύρων στο Μεσολόγγι τον Νοέμβριο του 1823 ένωσε τις δυνάμεις του με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και άρχισε να οργανώνει στρατιωτικά σώματα με δικά του έξοδα. (3) Παράλληλα, ο Λόρδος έκανε προσπάθειες να οργανώσει τους Σουλιώτες για μια επίθεση στο Λεπάντο της Ναυπάκτου. 
Από το Βιβλίο του William St Clair’s : That Greece Might Still be Free 

Δεν ήταν πάντα εύκολη η συνεργασία με τους Σουλιώτες. Μάλιστα μετά από την πρώτη του επαφή με τους Σουλιώτες, ο Λόρδος Βύρων περιγράφει τους Σουλιώτες ως "κακότροπους Ρωμιούς που μιλούν λίγα Ιλλυρικά". Ο Λόρδος Βύρων είχε να αντιμετωπίσει τη δυσπιστία τους απέναντί του. Έπρεπε να τους εκπαιδεύσει στις στρατηγικές ενός τακτικού στρατού. και επίσης έπρεπε να ενδίδει στο αίτημα τους για χρήματα. (4) Πολλές φορές παραπονιόταν για τους Σουλιώτες και μάλιστα ήρθε σε ρήξη με τον αρχηγό τον Κίτσο Τζαβέλα που είχε πάρει τη θέση του Μάρκου Μπότσαρη. Στο ημερολόγιο του ο Λόρδος Βύρων γράφει: «Προσπαθώντας μάταια με υψηλό κόστος και αρκετή δυσκολία – και αρκετό κίνδυνο να ενώσω τους Σουλιώτες για το καλό της Ελλάδας και το δικό τους καλό έχω φτάσει στην ακόλουθη απόφαση —Δεν θα έχω να κάνω πλέον με τους Σουλιώτες—μπορούν να πάνε μαζί με τους Τούρκους ή με το διάβολο...μπορούν να με κόψουν σε περισσότερα κομμάτια από τις διαφορές που έχουν μεταξύ τους αλλά δεν θα αλλάξω απόφαση».
Ο απόηχος
Αναμφισβήτητα η επιρροή του Λόρδου στην Ελληνική Επανάσταση ήταν ανυπολόγιστη (5). Η ιστορία των Σουλιωτών δέθηκε με την ιστορία του Βύρωνα, απέκτησε διεθνή φήμη μέσα από τα πολλά έργα των ιστορικών, ποιητών και ζωγράφων. Ο απόηχος συνέβαλε στην αφύπνιση της κοινής γνώμης. Επηρεάστηκαν και εμπνεύστηκαν οι ζωγράφοι και οι λόγιοι· οι διανοούμενοι όπως ο Σατωμπριάν, ο Ουγκώ κ.α. ακολούθησαν το παράδειγμα του Lord Byron ενώ οι ζωγράφοι απεικόνισαν τους αγώνες για την ελευθερία των Ελλήνων.
Ο χορός του Ζαλόγγου, του ζωγράφου by Claude Pinet (περίπου 1820)

Η Ελλάδα πάνω στα χαλάσματα του Μεσολογγίου του ζωγράφου
Eugene Delacroix, 1827
Ο θάνατος του Λάμπρου Τσαβέλα το 1855 του
ζωγράφου Donato Francesco de Vivo.

Από τη Φιλελληνική τέχνη (συλλογή της ΕΕΦ). Ένα ιδιαίτερα καλαίσθητο ρολόι, των αρχών του 19ου αιώνα, από την Γαλλία. Παρουσιάζει έναν Σουλιώτη αγωνιστή έφιππο. Η μορφή είναι εμπνευσμένη από λιθογραφία του Γάλλου καλλιτέχνη Karl Loeillot, με θέμα «παραμονή επίθεσης». Οι Σουλιώτες ήταν οι φοβερότεροι πολεμιστές της Ελληνικής Επανάστασης, γνωστοί στο Ευρωπαϊκό κοινό από τα έργα του Λόρδου Βύρωνος. (ΕΕΦ: Εταιρεία για τον Ελληνισμό και Φιλελληνισμό)

Ο Λόρδος Βύρων στο τάφο του Μάρκου Μπότσαρη
του ζωγράφου Ludovico Lipparini 1850


Η στήλη του μνημείου επηρεασμένη από το Ρομαντισμό
Ο Χάρτης

Υποσημειώσεις
(1) Η ζωή του Κίτσου Τζαβέλα: Ο Κίτσος γεννήθηκε το 1801. Ο παππούς του ήταν ο Λάμπρος και ο πατέρας τους ο Φώτος. Ο πατέρας του δήλωσε ότι ένας γιος που δεν είναι πρόθυμος να πολεμήσει και να πεθάνει για την ελευθερία δεν ήταν άξιος να είναι γιος του. Ο Φώτος δολοφονήθηκε το 1809 από ανθρώπους του Αλή Πασά και ο Κίτσος μεγάλωσε στην Κέρκυρα με σκοπό να γυρίσει ως αρχηγός των Σουλιωτών. Όταν σκοτώθηκε το 1822 ο Αλή Πασά και η επανάσταση είχε ήδη ξεκινήσει έστειλαν το Κίτσο στην Ιταλία να βρει χρηματοδότηση για τον αγώνα. Πολέμησε στην Πρώτη Πολιορκία του Μεσολογγίου, στη μάχη του Κεφαλόβρυσου του Καρπενησίου (όπου ο Μάρκος Μπότσαρης σκοτώθηκε το 1823), στο Αίγιο της Αχαΐας, στην Πύλο, στην πολιορκία του Αιτωλικού, στην έξοδο του Μεσολογγίου. Το 1827 πολέμησε στην Αττική, στον Αγώνα για την απελευθέρωση της Αθήνας με τον Γ. Καραΐσκάκη.
Ο Καποδίστριας τον έκανε χιλίαρχο της Α' Χιλιαρχίας το 1828, αναθέτοντάς του μάλιστα να εκκαθαρίσει την Στερεά Ελλάδα από τους Τουρκαλβανούς και τους Τουρκοαιγυπτίους, ενώ το 1829 συμμετείχε στην ανακατάληψη του Αντιρρίου, της Ναυπάκτου και του Μεσολογγίου. Μαζί με τον Κολοκοτρώνη στα χρόνια της Αντιβασιλείας φυλακίστηκε, διότι υπήρξε μέλος της ρωσόφιλης μερίδας. Μετά την ενηλικίωσή του Όθωνα το 1835, τον έκανε υποστράτηγο κι αργότερα αντιστράτηγο και υπασπιστή του. Το 1844 αναδείχτηκε Υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη. Για ένα μικρό διάστημα διετέλεσε Πρωθυπουργός. Το 1849 έγινε Υπουργός των Στρατιωτικών πάλι. Ποτέ δεν εγκατέλειψε τη στρατιωτική του ιδιότητα. Όταν ξέσπασε στην Ελλάδα το Απελευθερωτικό κίνημα των Αλύτρωτων περιοχών ανέλαβε την ηγεσία των επιχειρήσεων στην Ήπειρο. Πέθανε στις 9 Μαρτίου 1855 στο Μεσολόγγι. Η προτομή του Κίτσου Τζαβέλα κοσμεί το Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα.
(2) Όσο μεγάλωνε ο θρύλος των Σουλιωτών τόσο αυξήθηκε και το ενδιαφέρον για την εθνικότητα τους.
(3) Ένα εξαιρετικό βιβλίο για τη ζωή του Λόρδου Βύρωνα, Byron's War: Romantic Rebellion, Greek Revolution του Roderick Beaton. Στο μνημείο του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι γράφει: Εάν είμαι ποιητής, ο αέρας της Ελλάδας με έχει κάνει. Ρομαντικό και γενναιόδωρο!

(4) Ο πάμπλουτος Lord Byron ήταν πολύ γενναιόδωρος με τα χρήματά του. Ένα πολύ μεγάλο ποσόν διέθεσε για τις ανάγκες της Ελληνικής Επανάστασης.
(5) Ο επικήδειος λόγος του Σπύρου Τρικούπη ήταν πολύ καλά διατυπωμένος και εξαιρετικά συγκινητικός. Μεταφράσθηκε, έκανε τον γύρο όλης της Ευρώπης και έφθασε μέχρι την Αμερική. («Χαρίλαος Τρικούπης» της Λύντια Τρίχα, σελίδα 52.)